new photo 2  ..............................   Spartathlon 2021

1 | 2 | 3 | 4 | 5 | 6 | 7 | 8

Ημερήσιες Εκδρομές

gythio 05

Με επίκεντρο τη Πλύτρα ο επισκέπτης μπορεί να οργανώσει ημερήσιες εκδρομές στη Σπάρτη, στη Μονεμβάσια, στην Ελαφόνησο, στο Γύθειο, στο Μυστρά, στα Σπήλαια του Διρού, στη Νεάπολη, στο Κυπαρίσσι, στο Γεράκι, στην Αρεόπολη, στο Λιμάνι Γέρακα, στο Οίτυλο, στο Γερολιμένα, στη Σκάλα, στο Σπήλαιο Καστανιάς, στο Ταΰγετο, στο Πάρνωναστις Καρυές, το Γεωργίτσι, την Πελλάνα και σε άλλες περιοχές του νομού Λακωνίας.

Διαβάστε Περισσότερα

Κύθηρα

Kythira KapsaliΤα Κύθηρα, γνωστά και με την παλαιότερη ενετική ονομασία Τσιρίγο (Cerigo), είναι νησί το οποίο βρίσκεται στη Νότιο Ελλάδα, στα νότια της Πελοποννήσου και νοτιότερα της Ελαφόνησου και του Κάβο Μαλιά. Ο Πλάτωνας αναφέρει ότι κατά τη μυθολογία ήταν το νησί της θεάς Ουρανίας Αφροδίτης (την οποία ξεχωρίζει από την Αφροδίτη Πάνδημο) και του Έρωτα.

Ετυμολογία
Το όνομα Κύθηρα (Τσιρίγο) έχει βαθιά στην ιστορία τις ρίζες του. Ο Όμηρος το αναφέρει στο επικό του έργο, την Ιλιάδα, ενώ η θεά Αφροδίτη, η θεά του Έρωτα, ταυτίζεται με το νησί και παίρνει το όνομα Κυθέρεια (Ακύθηρος λεγόταν ο στερούμενος θέλγητρων άνθρωπος). Και άλλοι όμως σπουδαίοι συγγραφείς της αρχαιότητας αναφέρονται στο νησί με το όνομα Κύθηρα. Ανάμεσα σε αυτούς είναι ο Ηρόδοτος, ο Διόνυσος, ακόμα και ο Αριστοτέλης (που παραδέχεται ότι το νησί λεγόταν Πορφυρούσα - λόγω της επεξεργασίας πορφύρας - αλλά στις μέρες του λεγόταν Κύθηρα) και ο Ξενοφώντας (στα Ελληνικά του χρησιμοποιεί τον όρο Κυθηρία γη).

Ο Ισίδωρος (γεωγράφος του Α΄ μ.Χ. αιώνα) υποστήριξε μια "ανατρεπτική" άποψη, ότι δηλαδή το νησί έλαβε το όνομά του από την Κυθέρεια Αφροδίτη και όχι το αντίστροφο. Μάλιστα, μίλησε πρώτη φορά για τη σημασία του ρ. κεύθω και τη σχέση του με τη θεά και το νησί. Κεύθω σημαίνει κρύβω τον έρωτα, ενώ εκείνοι που κάνουν έρωτα στο νησί (στο μέρος εκείνο, δηλ. τα Κύθηρα), ανακαλύπτουν το κρυμμένο ερωτικό πάθος. Η ονομασία του νησιού συναντάται στον πληθυντικό ίσως από την ύπαρξη και των διπλανών Αντικυθήρων.

Ποια η σχέση όμως των δύο προσωνυμιών του νησιού, Κύθηρα και Τσιρίγο; Ύστερα από μελέτες και έρευνες φαίνεται ότι τα δύο παραπάνω ονόματα έχουν σχέση αλληλεπίδρασης, δηλαδή είτε ότι η μια ταυτίζεται με την άλλη είτε ότι η μια δημιουργεί την άλλη.

Έχει ενδιαφέρον να αναφερθεί ότι στην Κύπρο υπάρχει περιοχή Κυθραία ή Κύθρα, όπου βρέθηκαν αγάλματα της θεάς Αφροδίτης, ενώ η κοινή ονομασία της περιοχής είναι Τζυρκά.

Μυθολογία
Η γέννηση της Αφροδίτης στα Κύθηρα, σύμφωνα με τη μυθολογία, υπήρξε το γεγονός εκείνο που καθόρισε και τη μετέπειτα πορεία του νησιού. Σύμφωνα με τη Θεογονία του Ησίοδου, η Αφροδίτη γεννήθηκε στους αφρούς της θάλασσας των Κυθήρων, όταν έπεσαν σε αυτήν τα αποκομμένα από τον Κρόνο γεννητικά όργανα του πατέρα του Ουρανού. Τα κύματα παρέσυραν, σύμφωνα με αυτήν την εκδοχή του μύθου, στη συνεχεία τη θεά, η οποία έφθασε στην Πάφο της Κύπρου, όπου επίσης λατρεύτηκε ως θεά προστάτης του νησιού.

Από τα Κύθηρα φέρεται να έχει και την προσωνυμία Κυθέρεια η Αφροδίτη, η οποία λατρεύτηκε στην αρχαιότητα με τρεις μορφές. Ως Ουρανία, θεά – προστάτης της αγάπης και του αγνού έρωτα, με κύριο τόπο λατρείας τα Κύθηρα. Ως Πάνδημος, θεά – προστάτης του σαρκικού έρωτα και της αναπαραγωγής με κύριο τόπο λατρείας την Κύπρο. Και τέλος, με τη λιγότερο γνωστή μορφή, ως Αποστρόφια, θεά που διασφάλιζε την ηθική τάξη και προστάτευε τη σύζυγο και τα παιδιά, που αναφέρεται ότι λατρεύτηκε στη Θήβα και αλλού. Η ίδρυση από τα πολύ πρώιμα χρόνια ναού της θεάς στα Κύθηρα έδωσε και στο νησί τον ομηρικό χαρακτηρισμό ζάθεα, δηλαδή πανάγια.

Η ανάδυση της θεάς από τη θάλασσα των Κυθήρων είναι σημειολογικά μια προσπάθεια των αρχαίων, σύμφωνα με τους ειδικούς στην Παλαιοντολογία, να ερμηνεύσουν την ανάδυση του νησιού από τη θάλασσα. Αυτό αποδεικνύεται από τον πλούσιο αριθμό παλαιοντολογικών ευρημάτων, που έχουν προέλευση τη θαλάσσια ζωή, σε εκτεταμένες περιοχές των Κυθήρων, στα Μητάτα και τα Βιαράδικα.

Γεωγραφία
Τα Κύθηρα βρίσκονται στην νότια Ελλάδα, ανάμεσα στην Πελοπόννησο και την Κρήτη, στο σημείο που το Ιόνιο, το Αιγαίο και το Κρητικό πέλαγος συναντώνται. Είναι νησί επίμηκες, με μήκος 29 χιλιόμετρα και πλάτος 18 χιλιόμετρα. Έχουν έκταση 277,746 τετραγωνικά χιλιόμετρα. Το μήκος των ακτογραμμών του είναι περίπου 90 χιλιόμετρα. Στο βόρειο άκρο του νησιού βρίσκεται ο φάρος του Μουδαρίου, ο οποίος χτίστηκε το 1857 από τους Άγγλους, ενώ στο λιμάνι του Καψαλίου, στο νότιο τμήμα του νησιού, βρίσκεται φάρος ο οποίος κατασκευάστηκε το 1853.

Τα Κύθηρα είναι ορεινά, με δύο κύριες οροσειρές, μια στα ανατολικά και μια δυτικά, ανάμεσα στις οποίες υπάρχει ένα ομαλό οροπέδιο. Οι ψηλότερες κορυφές της ανατολικής οροσειράς είναι το Κουτσοκέφαλο (324 μ.), το Βουνό του Διγενή (474 μ.), η Αγία Μονή (348 μ.) και ο Άγιος Γεώργιος (321 μ.) και της δυτικής είναι η Σκληρή (432 μ.), ο Μερμηγκάρης (506 μ.), η Βίγλα (476 μ.) και η Αγία Ελέσσα (433 μ.). Αυτές οι δύο οροσειρές διακλαδίζονται σε μικρότερα βουνά, ενώ ανάμεσά τους υπάρχουν βαθιά φαράγγια. Ρεματιές με πολύ νερό υπάρχουν κοντά στον Μυλοπόταμο, στον Καραβά και στα Μητάτα, ενώ οι άλλες περιοχές βασίζονται για την ύδρευση στα πηγάδια. Στο Μυλόποταμο υπάρχουν καταρράκτες και το νερό χρησιμοποιείται για να κινεί νερόμυλους, ενώ εκεί είναι το πιο εύφορο τμήμα του νησιού.

Κλίμα
Το κλίμα των Κυθήρων είναι εύκρατο μεσογειακό. Η μέση ετήσια θερμοκρασία είναι περίπου + 20 °C και το μέσο ετήσιο ύψος βροχής, (διάρκειας περίπου 60 ημερών), είναι 600 χιλιοστά, η μέση νέφωση είναι 4 και η μέση δύναμη των ανέμων περίπου 3 - 4 μποφόρ με επικρατέστερους ανέμους τους βορειοανατολικούς και δυτικούς. Πολλές φορές κατά την Άνοιξη παρατηρείται ένας δυτικός-νοτιοδυτικός άνεμος καλούμενος "προβέντζα" που αθροίζει χαμηλά νέφη δημιουργώντας ομίχλη όπου και απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή των ναυτιλλομένων. Το χιόνι είναι σπάνιο καθώς και η θερμοκρασία κάτω του - 4 °C.

Ιστορία
Προϊστορία - Ρωμαϊκοί χρόνοι
Το νησί κατοικείται τουλάχιστον από το τέλος της 6η χιλιετίας π.Χ., όπως μαρτυρά αγγείο που βρέθηκε στο σπήλαιο Αγίας Σοφίας, ενώ είναι πιθανό να κατοικούνται από την αρχή της παλαιολοθικής περιόδου. Στο σπήλαιο του Χουστή κοντά στο Διακόφτι υπάρχουν ίχνη κατοίκησης από το 3.800 π.Χ. Οι οικισμοί αρχίζουν να αυξάνονται κατά την 3η χιλιετία π.Χ., όταν άρχισε η επιρροή των Μινωιτών στα Κύθηρα, ενώ τα στοιχεία δείχνουν ότι κατοικούνταν συνεχώς μέχρι το τέλος της μυκηναϊκής περιόδου, στο τέλος της 2ης χιλιετίας π.Χ..

Όπως δείχνουν ευρύματα ανασκαφών στο Καστρί, κοντά στον Αυλέμονα και την Παλαιόπολη, που έγιναν την δεκαετία του 1960, θεωρείται ότι το Καστρί ήταν μινωική αποικία, με μινωικά σπίτια και τάφους, ενώ στο βουνό του Αγίου Γεωργίου, σε υψόμετρο 350 μέτρων βρέθηκε το μινωικό ιερό. Στον χώρο γύρω από το ιερό βρέθηκαν σπασμένα κεραμικά διαφόρων τύπων και κομμάτια από μεγάλα πιθάρια με εντυπωσιακή διακόσμηση, περίπου 80 χάλκινα ειδώλια, διάφορα μικρότερα τέχνεργα, αντίστοιχα με τα σημερινά τάματα και πέτρινα αντικείμενα, όπως για παράδειγμα λυχνάρια. Επίσης βρέθηκε ένα μικρό αγγείο από στεατίτη πάνω στο οποίο ήταν χαραγμένη Γραμμική Α. Η θέση του ιερό πάνω στο βουνό λειτουργεί ως παρατηρητήριο, καθώς μπορεί να εποπτεύει την περιοχή από τα ακρωτήρια Ταίναρο και Μάλεας μέχρι την Κρήτη, καθώς τα Λευκά όρη είναι ορατά από εκεί σε καθαρές μέρες, ενώ η ορατότητα φτάνει ακόμη μέχρι τη Μήλο και την Σαντορίνη. Έτσι ουσιαστικά ελέγχει τα ναυτικά περάσματα από δύση σε ανατολή και βορρά προς νότο. Θεωρείται ότι οι Μινωίτες χρησιμοποίησαν τα Κύθηρα σαν γέφυρα για να φτάσουν μέχρι την Πελοπόννησο.[4] Παράλληλα με τους Μινωίτες σε άλλες περιοχές των Κυθήρων υπήρχαν ντόπιοι πολιτισμοί, οι οποίοι συνέχισαν να υπάρχουν μέχρι την ανακτορική περίοδο, όταν και η επιρροή των Μινωιτών επεκτάθηκε.

Τον 15ο αιώνα στα Κύθηρα αποικία έχουν και οι Φοίνικες, άγνωστο από πότε, οι οποίοι παρήγαγαν στο νησί πορφύρα. Γι' αυτό το λόγο στην αρχαιότητα τα Κύθηρα αποκαλούνταν και Πορφυρούσα. Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι οι Φοίνικες έφεραν στα Κύθηρα την λατρεία της Αφροδίτης από την ίδρυση ιερού για την αντίστοιχη ανατολίτικη θεά, της Αστάρτης. Επίσης, χρησιμοποιούσαν την αποικία για ως εμπορικό σταθμό ανάμεσα στις αποικίες του. Μετά την πτώση των Μινωιτών περίπου το 1400 π.Χ., το νησί το καταλαμβάνουν αμέσως οι Μυκηναίοι. Κατά τον 12ο αιώνα π.Χ. το νησί καταλαμβάνουν οι Δωριείς. Ο Όμηρος αναφέρει δύο ήρωες από τα Κύθηρα, τον Λυκόφρονα και τον Αμφιδάμαντα, ενώ αναφέρεται ότι ο Πάρις και Ωραία Ελένη πέρασαν τις πρώτες μέρες μαζί στα Κύθηρα. Στην Οδύσσεια αναφέρεται ότι μετά από τρικυμία στο ακρωτήριο Μαλέα, ο Οδυσσέας περιπλανάται στα Κύθηρα. Μετά την κάθοδο των Δωριέων, το νησί καταλαμβάνεται από το Άργος και στα μέσα του 6ου αιώνα π.Χ. από τους Σπαρτιάτες.

Λόγω της θέσης τους, τα Κύθηρα μπορούσαν να δράσουν ως ορμητήριο εναντίον της Σπάρτης και γι' αυτό το λόγο οι Σπαρτιάτες το φρόντιζαν. Ο Χείλων ο Λακεδαιμόνιος είχε πει το νησί θα γινόταν αίτια συμφορών για τη Σπάρτη και είχε ευχηθεί να καταποντιστεί. Ο Δημάρατος της Σπάρτης είχε προτείνει στον Ξέρξη να καταλάβει με το ναυτικό τα Κύθηρα, ώστε οι Σπαρτιάτες να αποχωρήσουν και οι ελληνικές δυνάμεις να διαχωριστούν, κάτι το οποίο όμως δεν συνέβη. Την στρατιωτική αξία του νησιού αναγνώρισαν και οι Αθηναίοι. Ο ναύαρχος των Αθηναίων Τολμίδης επιτέθηκε και κυρίευσε τα Κύθηρα και τις Βοιαί (στη σημερινή Νεάπολη Λακωνίας) το 455 π.Χ. Το 424 π.Χ., κατά την διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου, ο Νικίας επιβιβάστηκε με τον Αθηναϊκό στόλο στην Σκάνδεια και με άλλο στρατό κατέλαβε την πρωτεύουσα των Κυθήρων, αν και οι Κυθήριοι αντιστάθηκαν πριν τραπούν σε φυγή. Οι Αθηναίοι χρησιμοποίησαν το νησί για επιθέσεις εναντίον των Σπαρτιατών, αλλά το παρέδωσαν πίσω στη Σπάρτη με την Νικίειο ειρήνη. Ξανακατέλαβαν τα Κύθηρα το 394 π.Χ., ενώ οι Σπαρτιάτες τα ανέκτησαν το 387 π.Χ. Φαίνεται ότι με το Κοινό των Ελευθερολακώνων τον 2ο αιώνα π.Χ., τα Κύθηρα ανεξαρτητοποιούνται και κόβουν δικό τους νόμισμα. Μετά την πτώση των Λακώνων, τα Κύθηρα παρακμάζουν αλλά συνεχίζουν να κατοικούνται κατά την διάρκεια των Ρωμαϊκών χρόνων. Ο μεγάλος σεισμός του 365 μ.Χ. καταστρέφει την Σκάνδεια και αλλάζει την φυσιογνωμία των ακτών.

Βυζαντινοί χρόνοι - Ενετοκρατία

Η αρχή της 1ης χιλιετίας π.Χ. είναι μια σκοτεινή περίοδος για τα Κύθηρα. Σύμφωνα με την παράδοση τα Κύθηρα ερήμωσαν εφτά φορές, αν και δεν είναι γνωστό αν είχαν ερημώσει τελείως ή κατοικούνταν από λίγες εκατοντάδες βοσκών. Από το 395 ανήκουν στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, αλλά δέχονται συνεχώς επιδρομές και ήταν ορμητήριο πειρατών. Εκείνη την περίοδο υπάρχει έντονο το θρησκευτικό στοιχεία με πολλά μνημεία, όπως το ψηφιδωτό του Αγίου Γεωργίου που χρονολογείται από τον 7ο αιώνα μ.Χ. και το ψηφιδωτό δάπεδο του Αγίου Ιωάννη κοντά στον Ποταμό, τα οποία υποδεικνύουν ότι κοντά σε αυτούς βρίσκονταν κατοικημένες περιοχές. Η πρώτη επίσημη αναφορά του νησιού γίνεται το 530, όταν αναφέρεται ως έδρα Μητρόπολης. Επί Κώνστα τα Κύθηρα υπάγονταν στον Πάπα της Ρώμης, αλλά επί Λέοντος Γ΄ του Ισαύρου μεταφέρθηκαν πάλι στο πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης. Μετά την κατάληψη της Κρήτης, είναι πιθανόν στα Κύθηρα να κατοικούσαν Άραβες. Μετά την κατάληψη από τους Άραβες το νησί κατοικήθηκε στο τέλος του 10ου αιώνα π.Χ., μετά την κατάληψη της Κρήτης το 961 από τον Νικηφόρο Φωκά, από Μονεμβασιώτες. Στην αρχή κυριάρχος των Κυθήρων ήταν ο Γεώργιος Παχύς από τη Μονεμβάσια, αλλά στη συνέχεια παρέδωσε την εξουσία στους Ευδαιμογιάννηδες από την Μονεμβασιά, οι οποίοι μέχρι το 1204 ήταν κυρίαρχοι του νησιού. Φαίνεται ότι αυτοί κατασκεύασαν το κάστρο στην Παληοχώρα (Άγιος Δημήτριος).

Η Παληοχώρα Κυθήρων, η βυζαντινή πρωτεύουσα του νησιού. Καταστράφηκε το 1537 από τον Μπαρμπαρόσα.
Μετά την Τέταρτη Σταυροφορία και την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης, οι Ενετοί καταλαμβάνουν πολλά νησιά του Αιγαίου, συμπεριλαμβανομένων των Κυθήρων. Το νησί δίνεται στον οίκο του Ενετού τυχοδιώκτη Μάρκου Βενιέρη. Για να αποκτήσουν την κυριότητα του νησιού το 1238 ο Βαρθολομαίος Βενιέρης παντρεύεται την κόρη του Νικόλαου Ευδαιμογιάννη και δίνει τα Κύθηρα στον Βαρθολομαίο ως προίκα. Το 1269 οι Βυζαντινοί ανακτούν τα Κύθηρα, τα οποία όμως περνούν πάλι στην κατοχή των Βενιέρων το 1310. Το 1470 το νησί ήταν άγονο και είχε 500 κατοίκους, ενώ τον 16ο αιώνα είχε φτάσει σε πληθυσμό τους 4.000 κατοίκους, οχυρωμένους σε τρεις περιοχές, τον Άγιο Δημήτριο (Παληοχώρα), τη Χώρα και το Μυλοπόταμο. Η Παληοχώρα εγκαταλείπεται οριστικά μετά την επιδρομή και την λεηλασία της το 1537 από τον Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα, ναύαρχο του Οθωμανικού στόλου. Ο Μπαρμπαρόσα έκαψε την Παληοχώρα και οι πειρατές σκοτώνουν αμάχους και πουλούν τους αιγμαλώτους ως σκλάβους. Όσοι επέζησαν μετοίκησαν στα κοντινά χωριά. Υπάρχουν αναφορές ότι ο Μπαρμπαρόσα κατέλαβε και τα άλλα δύο κάστρα του νησιού, αλλά αυτό δεν υποστηρίζεται πειστικά από τις πηγές. Το 1530 οι Ενετοί παίρνουν όλες τις εξουσίες από τους Βενιέρους και οργανώνουν το νησί σε φέουδα, όπως και στα υπόλοιπα Επτάνησα. Γινόταν τακτικά προσπάθεια από τις αρχές να προσελκύουν κατοίκους για να καλλιεργούν τη γη, για να αντικαθιστούν όσους πέθαιναν από λοιμούς και επιδρομές πειρατών. Η ανάγκη για γη για καλλιέργεια είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία πολύ μικρών χωραφιών ακόμη και σε δυσπρόσιτα μέρη. Τον 17ο αιώνα φτάνουν στο νησί πολλοί μετανάστες από την Κρήτη. Στο τέλος της ενετοκρατίας, το νησί αριθμούσε περίπου 7.500 κατοίκους. Με εξαίρεση την περίοδο 1715-1718, όταν κατελήφθη από τους Οθωμανούς, το νησί παρέμεινε μέρος της Δημοκρατίας της Βενετίας μέχρι την κατάλυσή της το 1797.

1797 - 1864

Η πέτρινη γέφυρα στο Κατούνι, έργο που έγινε επί Αγγλοκρατίας.
Μετά την κατάλυση της Δημοκρατίας, το νησί καταλαμβάνουν το 1798 οι Γάλλοι. Οι Γάλλοι επέβαλαν δημοκρατικό πολίτευμα και σε επίσημη τελετή έκαψαν το Λίμπρο ντ'όρο, το βιβλίο των ευγενών των Ενετών και έδωσαν στους πολίτες ίσα δικαιώματα, και φύτευσαν το δέντρο της Ελευθερίας στην πλατεία Εσταυρωμένου στη Χώρα. Το 1799, το νησί περνά στην κατοχή των Ρώσσων, οι οποίοι συμμάχησαν με τους Τούρκους για να κατάλαβουν τα Επτάνησα. Η γαλλική φρουρά παρέδωσε το νησί στους Ρώσους ύστερα από πολιορκία. Το 1800 τα Κύθηρα γίνονται με τη Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης τμήμα της ημιαυτόνομου Επτάνησου Πολιτείας, με προϋπόθεση την διατήρηση των προνομίων των ευγενών. Αυτό εξαγριώνει τους χωρικούς, οι οποίοι εξεγείρονται. Στις 12 Μαΐου 1799 σκοτώνουν δύο ευγενείς, ενώ στις 22 Ιουλίου 1800, όταν η φρουρά των Ρώσων και Τούρκων αποχωρεί, οι χωρικοί εξεγείρονται ένοπλα ξανά και σκοτώνουν μερικούς από τους ισχυρότερους ευγενείς. Για λίγο καιρό δεν υπήρχε συντεταγμένη εξουσία, αλλά τελικά συστάθηκε ένα καταστατικό. Η πρωτεύουσα μεταφέρθηκε στο Μυλοπόταμο και μετά στα Αρωνιάδικα. Η περίοδος αυτή ονομάζεται περίοδος της αναρχίας. Στο τέλος του 1802, η Γερουσία των Επτανήσων έστειλε ισχυρή στρατιωτική δύναμη στα Κύθηρα με επικεφαλής τον Ευστάθιο Μεταξά, ο οποίος επέβαλε τελικά την τάξη συλλαμβάνοντας τους πρωταιτίους της εξέγερσης του 1800, από τους οποίους μάλιστα, ο Δημήτριος Μπελέσης καταδικάστηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε το 1805.

Η Επτάνησος Πολιτεία έπαψε να υφίσταται με την συνθήκη του Τιλσίτ το 1807 και τα Επτάνησα πέρασαν πάλι στην κατοχή των Γάλλων, αλλά το 1809 το νησί κατέλαβαν οι Άγγλοι, όπως έκαναν και με τα άλλα Επτάνησα. Τις 20 Νοεμβρίου 1815 ιδρύεται με την συνθήκη των Παρισίων το Ηνωμένον Κράτος των Ιονίων Νήσων, με πρωτεύουσα την Κέρκυρα. Τις 26 Αυγούστου 1817 οι Άγγλοι παρεχώρησαν στα νησιά σύνταγμα, όμως τα νησιά συνέχισαν να είναι στην αγγλική σφαίρα επιρροής. Οι Άγγλοι πραγματοποίησαν στο νησί δεκάδες έργα που αναγέννησαν το νησί τα οποία κατασκευάστηκαν με την μέθοδο της επίταξης εργασίας, αλλά καταπίεσαν τους κατοίκους. Ανάμεσα στα έργα εκείνης της περιόδου είναι τα λοιμοκαθαρτήρια στο Καψάλι, οι δρόμοι που ένωναν τα χωριά, η εντυπωσιακή πέτρινη γέφυρα στο Κατούνι, καθώς και άλλες παρόμοιες γέφυρες στον Ποταμό, στο Καψάλι και τη Μυρτιδιά, έργα ύδρευσης, τα Αγγλικά Σχολεία και οι φάροι στο Μουδάρι (ύψους 25 μέτρων) και στο Καψάλι. Επίσης, οι Άγγλοι παρείχαν κίνητρα για την παραγωγή ελαιολάδου, σιτηρών και κρασιού. Εξαιτίας της Αγγλικής διοίκησης στο νησί κατέφυγαν πολλοί αγωνιστές του 1821, ανάμεσα στους οποίους ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Επίσης, η αύξηση του πληθυσμού ώθησε πολλούς Κυθήριους στην μετανάστευση προς τη Σμύρνη, την Αμερική και την Αυστραλία.

Τμήμα της Ελλάδας
Τα Κύθηρα ενώθηκαν με την Ελλάδα στις 28 Μαΐου 1864. Το 1903 σημειώνεται στα Κύθηρα ισχυρός σεισμός ο οποίος ισοπεδώνει τα Μητάτα, ενώ κτίρια κατέρρευσαν σε όλο το νησί. Το κύριο χαρακτηριστικό στα Κύθηρα του 20ου αιώνα ήταν η έντονη μετανάστευση, η οποία είχε αρχίσει από τον 18ο αιώνα. Στην Σμύρνη πριν την καταστροφή ο πληθυσμός κυθηραϊκής καταγωγής είχε φτάσει τους 14.000 και ήταν η μεγαλύτερη από τον πληθυσμό ελληνικής καταγωγής. Μετά την καταστροφή της Μικράς Ασίας, οι Κυθήριοι μετανάστευσαν κυρίως στην Ελλάδα (Αττική, Θεσσαλονίκη, νησιά του Αιγαίου), Αίγυπτο και μετά σε Αυστραλία ή Αμερική, ενώ πολύ λίγοι πήγαν στα Κύθηρα.

Αυτόνομος Διοίκησις Κυθήρων 1917
Το 1916 το νησί καταλαμβάνεται από λόχο του Συντάγματος Κρητών στο όνομα της «Κυβερνήσεως Εθνικής Αμύνης» του Ελευθερίου Βενιζέλου, με έδρα την Θεσσαλονίκη και στις 17 Φεβρουαρίου 1917, τα Κύθηρα κήρυξαν την «Αυτόνομο Διοίκηση Κυθήρων». Μάλιστα είχε κηρύξει πόλεμο με την Γερμανία, ενώ μετά την απομάκρυνση του βασιλιά, η Διοίκηση διαλύθηκε. Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου το νησί, που αριθμούσε 15.000 κατοίκους, κατελήφθη πρώτα από τους Ιταλούς και μετά από τους Γερμανούς. Η αντίσταση οργανώθηκε στον Ποταμό και στις 4 Σεπτεμβρίου 1944, οι Γερμανοί εκδιώκονται και τα Κύθηρα γίνονται το πρώτο μέρος της Ελλάδας που απελευθερώνεται.

Μετά τον πόλεμο ξεκινάει ένα πολύ μεγάλο κύμα μετανάστευσης που ουσιαστικά ερημώνει το νησί. Η εξωτερική μετανάστευση σταματάει στα τέλη της δεκαετίας του 1970, ενώ από τη δεκαετία του 1950 μέχρι τη δεκαετία του 1990 λαμβάνει χώρα εσωτερική προς τα αστικά κέντρα της Ελλάδας, κυρίως στην Αθήνα και στον Πειραιά. Η τουριστική ανάπτυξη του νησιού αρχίζει την δεκαετία του 1990. Στις 8 Ιανουαρίου 2006 έλαβε χώρα σεισμός 6,9 στην κλίμακα ρίχτερ με επίκεντρο 40 χιλιόμετρα ανατολικά των Κυθήρων. Ο σεισμός προκάλεσε κυρίως καταστροφές στα Μητάτα, όπου σημειώθηκαν κατολισθήσεις και ζημιές στην πλατεία του χωριού.

Δημογραφία

Άποψη του λόφου Απλουνόρι των Κυθήρων, χαλκογραφία του Δήμου Stephanopoli από το βιβλίο "Voyage de Dimo et Nicolo Stephanopoli en Grece...", Παρίσι 1800
Τα Κύθηρα έχουν πληθυσμό 3.973 κατοίκους, σύμφωνα με την (Απογραφή του 2011. Η ομώνυμη πρωτεύουσα του νησιού έχει 281 κατοίκους, ενώ σημαντικά χωριά είναι το Λιβάδι, με 464 κατοίκους, και ο Ποταμός, με 476 κατοίκους. Οι υπόλοιποι κάτοικοι βρίσκονται σε περίπου 60 μικρά και γραφικά χωριά, διάσπαρτα σε όλη την έκταση του νησιού.

Διοίκηση
Τα Κύθηρα ενσωματώθηκαν στην Ελλάδα μαζί με τα Επτάνησα, των οποίων αποτελούσαν τμήμα, με την αποδοχή του στέμματος του Βασιλείου της Ελλάδος από τον Γεώργιο τον Α΄. Από το 1867 με το Νόμο ΣΞΒ΄ και μέχρι το 1929 υπάγονταν διοικητικά στο νομό Αργολιδοκορινθίας και δικαστικά στο Πρωτοδικείο Γυθείου. Το 1929 υπάχθηκαν διοικητικά στο νομό Αττικοβοιωτίας και δικαστικά στο πρωτοδικείο Πειραιώς. Μετά τη συγκρότηση της Νομαρχίας Πειραιώς και νήσων υπάχθηκε στην τελευταία και μαζί με τα Αντικύθηρα υπάγονταν στην Επαρχία Κυθήρων. Σήμερα τα Κύθηρα με τα Αντικύθηρα υπάγονται στο δήμο Κυθήρων, ο οποίος υπάγεται στην Περιφερειακή Ενότητα Νήσων. Ο Δήμος Κυθήρων περιλαμβάνει ολόκληρο το νησί των Κυθήρων και τις γύρω νησίδες. Ανήκει στη νομαρχία Πειραιά. Σχηματίστηκε με εφαρμογή του σχεδίου Καποδίστριας το 1997 από τη συνένωση των παλαιότερων κοινοτήτων του νησιού. Με την εφαρμογή του σχεδίου Καλλικράτης συνενώθηκε με την κοινότητα Αντικυθήρων σχηματίζοντας το νέο Δήμο Κυθήρων που λειτουργεί από την 1η Ιανουαρίου του 2011.

Το λιμενικό έλεγχο μέχρι το 1986 στα Κύθηρα και Αντικύθηρα ασκούσε η Λιμενική Αρχή Γυθείου διατηρώντας επ΄ αυτού δύο Λιμενικούς σταθμούς, έναν στην Αγία Πελαγία και έναν στο Καψάλι. Από το 1987 υπάχθηκαν στη Λιμενική Αρχή Νεάπολης Βοιών, όπου από Λιμενικός σταθμός (Γυθείου) αναδείχθηκε σε Υπολιμεναρχείο. Από τελωνειακού ελέγχου υφίστανται δύο τελωνοσταθμαρχεία, ένα στην Αγία Πελαγία και ένα στο Καψάλι, που υπάγονται στο Τελωνείο Γυθείου.

Επί των Κυθήρων υφίσταται Ειρηνοδικείο και Πταισματοδικείο. Παλαιότερα υπήρχε υποδιοίκηση της Χωροφυλακής που έδρευε στην πρωτεύουσα του νησιού με δύο σταθμούς, έναν στον Ποταμό και έναν στα Αντικύθηρα. Εκτός αυτών υφίστανται και όλες οι άλλες δημόσιες υπηρεσίες και γραφεία ΔΕΚΟ.

Εκκλησιαστικά τα Κύθηρα αποτελούν ιδία Μητρόπολη, την Ιερά Μητρόπολη Κυθήρων, που έχει έδρα στην πόλη των Κυθήρων.

Οικονομία
Οι κάτοικοι είναι κυρίως αγρότες και υπάλληλοι, αλλά με την αύξηση του τουρισμού και την προσέλευση ημιμόνιμων οικιστών, το κέντρο βάρους έχει μετατοπισθεί προς τις τουριστικές επιχειρήσεις και την οικοδομή. Κύρια αγροτικά προϊόντα είναι το λάδι και το μέλι. Τουριστικά το νησί βρίσκεται σε ανάπτυξη. Συνεισφορά στην καλή φήμη του αποτελεί και το γεγονός ότι η οικιστική του ανάπτυξη γίνεται ελεγχόμενα χωρίς αλλοίωση του τοπικού ρυθμού.

Εγχώριος Περιουσία Κυθήρων και Αντικυθήρων
Η μη-ιδιωτική περιουσία στα Κύθηρα και τα Αντικύθηρα δεν ανήκει στο δημόσιο, αλλά στην Εγχώριο Περιουσία Κυθήρων και Αντικυθήρων. Η Εγχώριος Περιουσία Κυθήρων και Αντικυθήρων είναι ένας θεσμός που χρονολογείται από την Αγγλοκρατία. Στην περιουσία της Εγχώριου Περιουσίας στην οποία ανήκουν όλες οι εκτάσεις των Κυθήρων, των Αντικυθήρων και των κοντινών νησίδων που δεν ανήκουν σε ιδιώτες, τα προσκυνήματα τριών μοναστηριών των Κυθήρων, τα αγαθά που ορίζονται ως κοινόχρηστα, όπως ο αιγιαλός, οι δρόμοι και οι πλατείες, καθώς επίσης τα οχυρωματικά έργα (κάστρα) των Βενετών και εγκαταλελειμμένα κτίρια που ανήκαν σε ιδιώτες. Επίσης περιουσία της Εγχώριου Περιουσίας είναι οι Αλυκές των Κυθηρών. Σύμφωνα με έκθεση της Λιμενικής Αρχής Γυθείου (Δεκέμβριος 1983), στα Κύθηρα λειτουργούσαν 18 αλυκές από τις 25 που υπήρχαν προπολεμικά, κυρίως επί των ανατολικών ακτών, από τις οποίες παράγονταν αυτόπηκτο θαλάσσιο μαγειρικό αλάτι, που επαρκούσε για τις ανάγκες του νησιού. Η παραγωγή αυτών δεν παραδίδεται σε αποθήκες του κρατικού μονοπώλιου (άλατος), που ίσχυε ακόμη, αλλά συλλέγονται μόνο από τους ενοικιαστές των αλυκών, οι οποίες και ανήκουν στην "Εγχώρια Περιουσία των Κυθήρων", όπου κατ΄ έτος δίδονται σε δημοπρασία με ετήσιο ενοίκιο.

Εκπαίδευση και υγεία
Περί το τέλος του 1928 στα Κύθηρα λειτουργούσαν 22 δημοτικά σχολεία (και ένα στα Αντικύθηρα), εκ των οποίων 15 ήταν αρρεναγωγεία και 8 παρθεναγωγεία. Το 1929 συμπτύχθηκαν σε 15 μικτά, στα οποία φοιτούσαν τότε περίπου 1500 μαθητές και μαθήτριες. Το πρώτο πλήρες κλασσικό μικτό γυμνάσιο ιδρύθηκε το 1921 στην πόλη των Κυθήρων, στο οποίο το 1929 φοιτούσαν περίπου 150 μαθητές και μαθήτριες. Το 1964, επί κυβερνήσεως Γ. Παπανδρέου, χωρίσθηκε σε τριτάξιο Γυμνάσιο και τριτάξιο Λύκειο, όπου επί χούντας το 1967 καταργήθηκε το Λύκειο και επανήλθε ως εξατάξιο Γυμνάσιο, πλην όμως είχε αρχίσει ήδη η συρρίκνωση του πληθυσμού κυρίως λόγω αστυφιλίας.

Στα Κύθηρα λειτουργεί η μονάδα υγείας του Γενικού Νοσοκομείου και Κέντρου Υγείας Κυθήρων, το οποίο ονομάζεται και "Τριφύλλειο". Το νοσοκομείο εγκαινιάστηκε στις 25 Ιουνίου 1957, έπειτα από πρωτοβουλία και δωρεά του Κυθήριου ομογενή Νικ. Τριφύλλη. Λειτούργησε σαν ΝΠΙΔ και το 1959 περιήλθε στο Δημόσιο. Το 1987 αναμορφώθηκε στα πλαίσια του ΕΣΥ σε ενοποιημένο οργανισμό με το Κέντρο Υγείας.

Μεταφορές
Τα Κύθηρα συνδέονται ακτοπλοϊκά όλο το χρόνο με τον Πειραιά και το Καστέλι της Κρήτης. Συνδέονται επίσης με την Καλαμάτα, το Γύθειο και τη Νεάπολη Λακωνίας. Τα Κύθηρα διαθέτουν Διεθνή Κρατικό Αερολιμένα τον «Αλέξανδρο Αριστοτέλους Ωνάσης» και συνδέονται αεροπορικά με την Αθήνα όλο το χρόνο με δρομολόγια της Olympic Air ή Aegean Air. Επίσης όλο τον χρόνο συνδέονται με την αεροπορική εταιρεία Sky Express για Ηράκλειο, Ζάκυνθο, Κεφαλονιά, Ακτίοv , Πρέβεζα, Λευκάδα, Κέρκυρα. Charter πτήσεις από τον Απρίλιο έως τον Οκτώβριο πραγματοποιούνται από την Δανία και την Ολλανδία , Transavia.com και Danish Air Transport. Το αεροδρόμιο βρίσκεται 24 χλμ. από την Χώρα Κυθήρων.

Αξιοθέατα
Στο νησί υπάρχει ένα μεγάλο πλήθος από αξιοθέατα με κυριότερο τα πολυάριθμα και διάσπαρτα σε μικρή απόσταση το ένα από το άλλο, παραδοσιακά χωριά και το λοφώδες τοπίο. Υπάρχουν πολλά βυζαντινά και ενετικά μνημεία και μερικά αγγλικά. Τα κυριότερα αξιοθέατα είναι:

Στα στενά της Χώρας
Η Χώρα με τα παραδοσιακά στενά, την αρχιτεκτονική της και το κάστρο της. Έχει χαρακτηριστεί παραδοσιακός οικισμός.
Το Καψάλι, το λιμάνι της Χώρας με τους δίδυμους κόλπους, το κέντρο της διασκέδασης στο νησί. Απέναντι απ' το Καψάλι βρίσκεται η βραχονησίδα Αυγό ή Χύτρα με επισκέψιμο σπήλαιο.
Η Παλαιόχωρα, η ερειπωμένη βυζαντινή πρωτεύουσα του νησιού και η Κακή Λαγκάδα, η έξοδος του μεγάλου φαραγγιού της Παλαιόχωρας νότια της Αγ. Πελαγίας.
Ο Μυλοπόταμος, παραδοσιακό χωριό στα δυτικά με τον καταρράκτη της Φόνισσας και την μεσαιωνική Κάτω Χώρα με το Ενετικό κάστρο, το εντυπωσιακό τοπίο και τα συντηρημένα Βυζαντινά εκκλησάκια μέσα στο κάστρο. Τόσο ο Μυλοποτάμος όσο και η Κάτω Χώρα έχουν χαρακτηριστεί παραδοσιακοί οικισμοί.
Ο Αυλέμονας, ήσυχο λιμανάκι με μικρό Ενετικό κάστρο.
Τα μεσαιωνικά Αρωνιάδικα και η αλληλουχία παραδοσιακών χωριών στο κέντρο του νησιού.
Η γέφυρα στο Κατούνι, που κατασκευάστηκε από τους Άγγλους το 1829, και ήταν η μεγαλύτερη στο είδος της στην Ελλάδα.
Στο νησί υπάρχει μεγάλο πλήθος από παλαιούς ναούς και μονές από τον 13ο αιώνα και ύστερα. Τρία μοναστήρια, η Παναγία Μυρτιδιώτισσα, προστάτιδα του νησιού, η Αγία Μόνη και η Αγία Ελέσσα βρίσκονται σε αντικρυστές κορυφές βουνών. Σε τρία σημεία υπάρχουν ναοί μέσα σε σπήλαια.
Οι κυριότερες παραλίες είναι το Διακόφτι, η Παλαιόπολη, το Καλαδί, οι Όχελες, η Φυρή Άμμος, το Μελιδόνι, το Καψάλι,η Αγία Πελαγία, οι Φούρνοι, ο Χαλκός, η Κομπονάδα,η Πλατιά Άμμος.

Πελλάνα

pellanaΗ Πελλάνα είναι χωριό του Δήμου Σπάρτης του Νομού Λακωνίας. Βρίσκεται κοντά στους πρόποδες του Ταϋγέτου και απέχει 24 χλμ από τη Σπάρτη και 224 χλμ από την Αθήνα. Έχει πραγματικό πληθυσμό 423 κατοίκους (2001).

Πολύ κοντά στο χωριό βρίσκεται ο αρχαιολογικός χώρος της αρχαίας Πελλάνας, με λείψανα πρωτοελλαδικών, μυκηναϊκών και ελληνιστικών χρόνων. Από την αρχαία Πελλάνα πήρε το χωριό, το 1932, τη σύγχρονη ονομασία του (η παλιά ονομασία του ήταν Καλύβια).

Ιστορία
Η Πελλάνα κατοικήθηκε από την πρωτοελλαδική περίοδο ενώ κατά τη μυκηναϊκή περίοδο κτίστηκαν μεγάλοι θολωτοί τάφοι που δείχνουν την ισχύ και των πλούτο των αρχόντων της περιοχής.

Κατά τον 4ο ή 3ο αι. π.Χ., όταν η Σπάρτη διέτρεχε μεγάλο κίνδυνο, τοίχισε την ακρόπολη της Πελλάνας. Ο περιηγητής Παυσανίας στα Λακωνικά αναφέρει το τειχος αλλά και το ιερό του Ασκληπιού και την Πελλανίδα πηγή. Επίσης αναφέρει ότι μια νεαρή κοπέλλα έπεσε μέσα στην Πελλανίδα και εξαφανίστηκε, ενώ το πέπλο της αναδύθηκε αργότερα από μια άλλη πηγή.

Αρχαιολογικός χώρος
Μυκηναϊκό νεκροταφείο
Στην Πελλάνα, στη θέση Σπηλιές (750μ. από το κέντρο του χωριού), ανασκάφηκε κατά διαστήματα, από το 1926 ως το 1995, μυκηναϊκό νεκροταφείο. Εκεί βρίσκονται μερικοί από τους πιο εντυπωσιακούς (αλλά συλημμένους) μυκηναϊκούς θολωτούς τάφους. Ο μεγαλύτερος από τους θολωτούς τάφους είναι βασιλικός των πρώιμων μυκηναϊκών χρόνων (περί το 1500 π.Χ.) και ο θόλος του έχει διάμετρο πάνω από 10 μέτρα. Η στέγη του έχει καταρρεύσει και τώρα προστατεύεται από μεταλλική οροφή. Στούς άλλους τάφους υπάρχουν βαθειά ορύγματα στο έδαφος, τα οποία χρησίμευαν ως χώροι απόθεσης των οστών των νεκρών, όταν υπήρχε έλλειψη χώρου στο θάλαμο.

Ακρόπολη (Παλαιόκαστρο)
Στην κορυφή του λόφου Παλαιόκαστρο, πρόσφατες ανασκαφές αποκάλυψαν λείψανα κατοίκησης των πρωτοελλαδικών χρόνων (περί το 2500 π.Χ.). Πρόκειται ίσως για ανακτορικό κτίριο. Στις πλαγιές του λόφου έχουν αποκαλυφθεί πρωτοελλαδικός τύμβος με ταφές, καθώς και τμήμα οικισμού μυκηναϊκών, κλασσικών και ελληνιστικών χρόνων. Έχει επίσης βρεθεί μνημειώδης πλακόστρωτος δρόμος μυκηναϊκής εποχής, με μεταγενέστερες συντηρήσεις, ο οποίος πρέπει να οδηγεί σε σημαντικό κτίριο, ίσως μυκηναϊκό ανάκτορο. Στη βυζαντινή εποχή ανήκει μια δεξαμενή (κιστέρνα).

Σύμφωνα με τον ανασκαφέα Θεόδωρο Σπυρόπουλο, αρχαιολόγο και έφορο αρχαιοτήτων Σπάρτης, σε αυτή την ακρόπολη βρισκόταν η ομηρική Λακεδαίμων, όπου κατά το έπος είχαν το ανάκτορό τους ο Μενέλαος και η Ωραία Ελένη. Η αντίθετη άποψη θεωρεί τη θέση της Πελλάνας αρκετά απομακρυσμένη, σε σχέση με τους σημαντικούς αρχαιολογικούς χώρους του Μενελαΐου και του Βαφειού.

Στην ακρόπολη της Πελλάνας υπάρχουν τμήματα τείχους ελληνιστικής εποχής και κατάλοιπα των χρόνων της Φραγκοκρατίας.

Απολιθωμένο Δάσος Αγίου Νικολάου / Νεάπολη

apolithomeno dasos neapoliΤο απόλιθωμένο Φοινικόδασος της παράλιας ζώνης του Αγίου Νικολάου συμπεριλαμβάνεται στον Άτλαντα των Γεωλογικών Μνημείων του Αιγαίου και αξιώνει σήμερα με ισχυρά ερείσματα μια θέση στο Δίκτυο των Γεωπάρκων της Ευρώπης.

Στις παράκτιες τοποθεσίες Αγία Μαρίνα, Κόρακας και Σπίθα, οι απολιθωμένοι μάρτυρες ενός μακρινού παρελθόντος κρατούν φυλαγμένα τα μυστικά και τους κωδικές της εποχής τους.Σύμφωνα με μελέτη του Καθηγητή Ευαγγέλου Βελιτζέλου, Διευθυντή του τομέα Ιστορικής Γεωλογίας - Παλαιοντολογίας του ΕΚ του Πανεπιστημίου Αθηνών, στις απολιθωματοφόρες θέσεις του Αγίου Νικολάου τα ευρήματα είναι μοναδικά στον ευρωπαϊκό χώρο και ανεκτίμητης επιστημονικής σπουδαιότητας.

Γεωλογικές ταραχές, σεισμοί και ηφαιστειακή δραστηριότητα οδήγησαν στην απολίθωση της παλαιοχλωρίδας της περιοχής, εκατομμύρια χρόνια πριν την εποχή μας. Η οργανική ύλη δένδρων, φυτών αλλά και μαλακίων, αντικαταστάθηκε μόριο προς μόριο από διαλύμματα πυριτίου και ασβεστίου σε μια υπομονετική διαδικασία που συντελέστηκε κάτω από τη θάλασσα.

Ριζικοί κόμβοι που φτάνουν σε διάμετρο το 1μ και πλήθος απολιθωμένων πλασμάτων, σώζονται σήμερα σε μεγάλη έκταση της παραλίας του Αγίου Νικολάου και αποτελούν ένα γεωλογικό μουσείο ανυπολόγιστης αξίας που κατακτά τη θέση του ανάμεσα στα διατηρητέα μνημεία της φύσης.

Για να το επισκεφτείτε κατευθυνθείτε από τον Άγιο Νικόλαο προς το γραφικό λιμανάκι του Προφήτη Ηλία. Λίγο πριν υπάρχει πινακίδα που αναφέρει προς Αγία Μαρίνα και Απολιθωμένο Δάσος. Ακολουθούμε τον χωματόδρομο για 3,3 χιλ. ώστε να φτάσουμε στο μνημείο της φύσης. Ενδιάμεσα και λίγο πριν φτάσετε στο εκκλησάκι της Αγίας Μαρίνας θα συναντήσετε ένα σημείο με πληροφορίες για το γεωλογικό αυτό πάρκο.

Αποστάσεις
Νεάπολη 14,8 χλμ. (11,8 χλμ.Άσφαλτος και 3 χλμ.Χωματόδρομος)
Άγιος Νικόλαος 7,1 χλμ. (4,1 χλμ.Άσφαλτος και 3 χλμ.Χωματόδρομος)

πηγή: https://www.visitvatika.gr/el

Ακρωτήριο Μαλέας

 akrotiri maleasΑκρωτήριο Μαλέας

Το Ακρωτήριο Μαλέας ή Κάβο Μαλιάς ή Καβομαλιάς (Akra Maleas or Kavo Malias) βρίσκεται στα νοτιοανατολικά της Πελοποννήσου, στον Νομό Λακωνίας, όπου και απολήγει η χερσόνησος της Επιδαύρου Λιμηράς, (φ = 36° 26΄10΄΄ Β. και λ = 23° 11΄58΄΄ Α.). Είναι το δεύτερο νοτιότερο σημείο της ηπειρωτικής Ελλάδας, μετά το ακρωτήριο Ταίναρο.

Ιστορία
Στην αρχαιότητα ο Κάβο Μαλιάς αποτελούσε σημαντικό ναυτικό πέρασμα. Οι συχνές εναλλαγές του καιρού προκαλούσαν πολλά προβλήματα ιδίως με τους έντονους τοπικούς ριπαίους ανέμους που παρατηρούνται μέχρι την εποχή μας. Ήδη στην ομηρική Οδύσσεια (ι 80-81) ο Οδυσσέας αναφέρει ότι, καθώς επιχειρούσε να περάσει τον Μαλέα στο ταξίδι επιστροφής του από την Τροία στην Ιθάκη, η δύναμη του βοριά και του ρεύματος τον έσπρωξαν εκτός πορείας: «ἀλλά με κῦμα ῥόος τε περιγνάμπτοντα Μάλειαν καὶ βορέης ἀπέωσε, παρέπλαγξεν δὲ Κυθήρων». Γνωστή και η παροιμία - έκφραση των αρχαίων Ελλήνων, που αναφέρει ο Στράβων: «Μαλέαν δε κάμψας, επιλάθου των οίκαδε» (= αν αποφασίσεις να περάσεις τον Μαλέα ξέχνα πως έχεις οικογένεια). Όπως έχει καταγράψει ο Πολύβιος, ο φόβος των τρικυμιών, αλλά και των εκεί πειρατών είχε επιβάλλει στους εκ της Ιταλίας Αφρικής και Ασίας εμπόρους να μη χρησιμοποιούν «της Μαλέας» τον περίπλου αλλά να διακομίζουν τα εμπορεύματά τους μέσω Ισθμού της Κορίνθου. Επίσης και ο Στράβων το ονομάζει στο πληθυντικό του θηλυκού τύπου «αι Μαλεαί». Επίσης ο Παυσανίας τονίζει την ύπαρξη δύο αρχαίων ιερών στη περιοχή του «ανεμόπληκτου» ακρωτηρίου, δυτικά, εκείνο προς τιμή του Ποσειδώνος (προς τον Λακωνικό Κόλπο) και ανατολικά, εκείνο του Απόλλωνα (προς το Μυρτώο Πέλαγος).

Στα τέλη του 18ου αιώνα υπήρχε στο Ακρωτήριο του Μαλέα ερημοκκλήσιο προς τιμή των Ταξιαρχών, του οποίου ο ερημίτης σήμαινε τη μικρή καμπάνα κάθε φορά που έβλεπε να διέρχεται κοντά κάποιο ιστιοφόρο προκειμένου να τον εφοδιάσουν με τρόφιμα, που πρόθυμα γινόταν όταν βεβαίως οι καιρικές συνθήκες επέτρεπαν «καθαίρεση λέμβου», εξ ου και η τότε ονομασία του «Κάβο Σαντάτζελο».

Στη σύγχρονη εποχή το ακρωτήριο Μαλέας πρόκειται για ένα από τα σημαντικότερα ελληνικά ακρωτήρια στο οποίο γίνονται αλλαγές στην πορεία των πλοίων που κατευθύνονται από την Δυτική Μεσόγειο προς τον Πειραιά, την Θεσσαλονίκη, τα Δαρδανέλια, την Τουρκία, την Βουλγαρία, την Ρουμανία, την Ρωσία,την Γεωργία, την Αρμενία και αντίστροφα. Έτσι δεν έχασε τη μεγάλη σημασία του για τη ναυσιπλοΐα, αφού τα σκάφη που χρησιμοποιούν τη Διώρυγα της Κορίνθου για να περάσουν από το Ιόνιο στο Αιγαίο πέλαγος και αντίθετα είναι κυρίως μικρού ως μεσαίου μεγέθους.

Σημειώνεται ότι το 1883 παρά την άκρη του ανεγέρθηκε σε ύψος 40 μέτρων από την επιφάνεια της θάλασσας σπουδαίος πέτρινος Φάρος πελαγοδρομίας με ύψος πύργου 15 μέτρων και απόσταση φωτοβολίας αρχικά 40 μιλίων .Σήμερα το φως του φάρου φωτοβολεί σε απόσταση 17 ναυτικών μιλίων εις μνήμη των 17 ναυτικών που χάθηκαν την 6 Ιανουαρίου του 1993 στο ναυάγιο του πλοίου Κότι1 ανοιχτά του Κάβο Μαλιά. Είναι ένας από τους σημαντικότερους φάρους του ελληνικού φαρικού δικτύου. Τέλος ο φάρος αναστηλώθηκε το 2010.

Φυσικό περιβάλλον
Το ακρωτήριο είναι απότομο, με γκρεμούς ύψους 600 μέτρων. Το τοπίο του ακρωτηρίου είναι ερημικό με φρυγανική βλάστηση (ασφάκα, σχίνο, φασκόμηλο και ασπαλάθους) και λίγους ελαιώνες. Επιπλέον, στο ακρωτήριο απαντώνται σπάνια ενδημικά φυτά της Ελλάδας, όπως το nepeta scordotis, linaria hellenica και άλλα. Στο ακρωτήρι ζουν επίσης μερικά τσακάλια και στις καταποντισμένες σπηλιές και άλλες απόμερες περιοχές έχουν καταγραφεί μεσογειακές φώκιες.

Το ακρωτήριο γεωλογικά αποτελείται από ασβεστόλιθους της Τρίπολης και μεταμορφωσηγενή πετρώματα. Τα πιο ορεινά τμήματα της περιοχής της χερσονήσου του Μαλέα, του οποίου μέρος είναι και το ακρωτήριο, αποτελείται από τριασσικούς και ιουρασικούς ασβεστόλιθους και δολομίτες, οι οποίοι υπερτίθενται κλαστικά, ανθρακικά και ηφαιστειακά πετρώματα και μεταμορφωσιγενή πετρώματα από φυλλίτες και χαλαζίες. Οι υψομετρικά χαμηλότερες περιοχές αποτελούνται από ιζήματα, καθώς και θαλάσσιους και λιμναίους πελίτες, ψαμμίτες, κροκαλοπαγή και ανθρακικά πετρώματα, τα οποία σχηματίστηκαν στο Πλειόκαινο και το Πλειστόκαινο.

Ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της περιοχής είναι η παρουσιά μεγάλων κυλινδρικών και κωνικών μορφών που σχηματίστηκαν πριν 2-3 εκατομμύρια χρόνια, γνωστοί ως «Καμινάδες». Στην περιοχή της Αγίας Μαρίνας, κοντά στο Ακρωτήριο, μέσα στα πιο πρόσφατα ιζήματα υπάρχουν κολώνες - σωλήνες, με ύψος μέχρι 2,5 μέτρα, ενώ στη περιοχή του Κόρακα φτάνουν σε ύψος τα τέσσερα μέτρα. Οι σωλήνες είναι από ανθεκτικό ανθρακικό υλικό και γεμάτοι με ιζηματογενές υλικό, όμοιο με αυτό που τους περιβάλλει. Ο μεγάλυτερος από αυτούς ονομάζεται από τους ντόπιους «Ο άνθρωπος». Αυτοί οι σχηματισμοί αποτελούν το Γεωπάρκο του Καβομαλιά και 33 από αυτούς έχουν αδιαβροχοποιηθεί ώστε να προστατευθούν από τη διάβρωση της θαλάσσης.

Σύμφωνα με μία άποψη πρόκειται για απολιθωμένο δάσος που αποτελείται από κορμούς και ριζικούς κόμβους από φοίνικες (του γένους ριζοπαλμόξυλο), πλατύφυλλα και κωνοφόρα. Πιστεύεται ότι, σε αντίθεση με το απολιθωμένο δάσος της Λέσβου, το οποίο δημιουργήθηκε όταν υλικά ηφαιστειακής προέλευσης κάλυψαν τους κορμούς, το απολιθωμένο δάσος δημιουργήθηκε από την ασβεστοποίηση των κορμών, όταν ανέβηκε το επίπεδο της θάλασσας. Σύμφωνα με την άλλη άποψη, οι απολιθωμένοι κορμοί είναι στη πραγματικότητα σωλήνες από τους οποίους ανήλθε στην επιφάνεια κάποιο ρευστό, πιθανόν μεθάνιο. Επειδή βρίσκονται κύριως στα σημεία όπου δύο στρώματα κροκαλοπαγών με διαφορετική διεύθυνση συναντώται, θεωρήθηκε ότι σχηματίστηκαν όταν η έντονη ροή ενός υγρού το ώθησε προς τα πάνω στα σημεία που τα δύο στρώματα συναντώταν, σχηματίζοντας σωλήνες με σκληρά τοιχώματα.

Λιμνοθάλασσα «Στρογγύλη»

stongyliΕξαιρετικής σημασίας και οικολογικού ενδιαφέροντος στοιχείο αποτελεί η λιμνοθάλασσα «Στρογγύλη» της Ελαφονήσου, που βρίσκεται στην απέναντι ακτή του νησιού, ανατολικά της Πούντας. Η λίμνη Στρογγύλη, μαζί με τις μικρές λίμνες του Μαγγάνου και του Νερατζιώνα παίζουν ρόλο καθοριστικό στην ισορροπία του οικοσυστήματος της ευρύτερης περιοχής. Η Στρογγύλη αποτελεί καταφύγιο για 132 είδη πτηνών και περιλαμβάνει μεταξύ άλλων και το σπάνιο και απειλούμενο είδος θαλασσόκεδρου.

Η λιμνοθάλασσα «Στρογγύλη» έχει καταγραφεί ως υγρότοπος, η έκταση της οποίας είναι από 300 έως 600 στρεμ,, ανάλογα με την εποχή του χρόνου. Επικοινωνεί μόνιμα με τη θάλασσα στο ΝΔ άκρο της με ένα αβαθές κανάλι μήκους 80-100μ. και εποχιακά (χειμώνας) με το Δ άκρο της σε περιπτώσεις θαλασσοταραχής. Μπροστά από τη λίμνη αντί για τον τύπο των αμμοθινών που φύονται στις παραλίες της Ελαφονήσου (λευκές και γκρίζες αμμοθίνες, ύψους 10 μ.), κυριαρχούν οι λόχμες των παραλιών με άρκευθους (κέδρα) και κινούμενες αμμοθίνες που φτάνουν μέχρι τα 3 μέτρα ύψος με αμμόφιλα. Εδώ, η ζώνη των αμμοθινών είναι πολύ στενότερη σε σχέση με αυτή στις παραλίες του νησιού.

Η λιμνοθάλασσα «Στρογγύλη» έχει κριθεί ως σημαντική κυρίως για την ορνιθοπανίδα της. Στο δυτικό τμήμα της λίμνης όπου τα νερά είναι βαθύτερα συγκεντρώνονται υδρόβια πουλιά, ενώ στην ανατολική πλευρά όπου τα νερά είναι πιο ρηχά, τρέφονται τα μικρότερα παρυδάτια πουλιά. Και οι δύο κατηγορίες πουλιών κατά την διάρκεια της εαρινής μετανάστευσης -διαχείμαση- σταματούν στην λίμνη, η οποία αποτελεί σημαντικό σταθμό στο μεγάλο ταξίδι τους από την Αφρική. Κάτοικοι αναφέρουν ότι παλιότερα υπήρχαν και πολλά ψάρια.

Η λιμνοθάλασσα «Στρογγύλη» υπόκειται στις απαιτήσεις προστασίας που ορίζονται από τη διεθνή σύμβαση Ραμσάρ και σαν καθεστώς προστασίας της τηρείται η απαγόρευση της θήρας.

πηγή: https://elafonisos.gov.gr

Γεωργίτσι

georgitsiΤο Γεωργίτσι είναι ένα χωριό του νομού Λακωνίας σε υψόμετρο 970 m, που εκτείνεται στην βορειοανατολική πλευρά του όρους Ταΰγετος και απέχει 29 km από την Σπάρτη και 225 km από την Αθήνα. Είναι κοινότητα της δημοτικής ενότητας Πελλάνας του νέου Δήμου Σπάρτης ενώ μέχρι το 2010 ήταν δημοτικό διαμέρισμα του πρώην Δήμου Πελλάνας. Έχει πληθυσμό 130 κατοίκων τον χειμώνα και περίπου 2000 κατά την διάρκεια του καλοκαιριού. Έχει το προσωνύμιο Μπαλκόνι του Ταϋγέτου.

Τοποθεσία
Το χωριό βρίσκεται στην βορειοανατολική πλευρά του όρους Ταΰγετος, κοντά στα σύνορα της Λακωνίας με την Αρκαδία. Λόγω του υψομέτρου του επτρέπει την θέαση μεγάλου μέρους της πεδιάδας της Σπάρτης. Πάνω από τα τελευταία σπίτια του χωριού απλώνεται πυκνό δάσος από καστανιές και σε μεγαλύτερα υψόμετρα δάσος από έλατα και μαυρόπευκα. Κάτω από το χωριό και κατεβαίνοντας προς την πεδιάδα υπάρχουν μεγάλες εκτάσεις ελαιοδέντρων και σε πολλά σημεία πλάτανοι που μαρτυρούν την παρουσία νερού.

Ονομασία και Ιστορία
Το χωριό πήρε πιθανότατα το όνομα του από τον ιστορικό και λόγιο Γεώργιο Πλήθωνα ή Γεμιστό,ο οποίος είχε εγκατασταθεί στην περιοχή μετά από πρόσκληση των Παλαιολόγων. Τα χρόνια της ακμής του χωριού ήταν από το 1750 ως το 1914.

Περιβάλλον
Στα περίχωρα του υπάρχουν έλατα, καστανιές και πλατάνια, η ύπαρξη των οποίων οφείλεται στην μεγάλη ποσότητα νερού της περιοχής. Το κλίμα είναι ηπειρωτικό: δροσερό το καλοκαίρι και ψυχρό το χειμώνα. Τα περισσότερα σπίτια του είναι πετρόκτιστα με κεραμιδένιες στέγες και τα τελευταία χρόνια παρατηρείται δόμηση σπιτιών στα πρότυπα των ιστορικών οικιών του χωριού.

Θρησκεία
Στο χωριό λειτουργούν δύο ελληνορθόδοξοι χριστιανικοί ναοί: ο ναός της Παναγίας Υπαπαντής στην Άνω συνοικία και ο ναός του Αγίου Αθανασίου στην Κάτω συνοικία. Οι δύο ναοί έχουν ηλικία ενάμιση αιώνα περίπου ο καθένας και εκπροσωπούν δύο διακριτά είδη εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής: τον σταυρό εγγεγραμμένο σε τετράγωνο και την παλαιοχριστιανική βασιλική.

Οικονομία
Η οικονομία του χωριού στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στα αγροτικά προϊόντα, καθώς οι κάτοικοι του χωριού κατέχουν πολλές εκτάσεις με ελαιόδεντρα στην πεδιάδα κάτω από το χωριό, τα οποία αποδίδουν ετήσια συνολική παραγωγή ελαιολάδου άνω των 1.000.000 λίτρων και λαμβάνουν επιδοτήσεις από την Ευρωπαϊκή Ένωση από το 1981. Ακόμη, υπάρχει παραγωγή οινοπνευματωδών ποτών με χαρακτηριστικότερο το τσίπουρο. Μία από τις προσπάθειες ενίσχυσης της οικονομίας του χωρού είναι η Γιορτή Τσίπουρου που διοργανώνεται στην είσοδο του χωριού εδώ και πολλές δεκαετίες στην τοποθεσία Καρβουνόρεμα κάτω από πανύψηλα πλατάνια, και την οποία επισκέπτονται ενδιαφερόμενοι έμποροι και καταναλωτές από την Σπάρτη, τα γύρω χωριά, αλλά και από την Αθήνα. Τα τελευταία έτη γενικά, παρατηρείται μια προσπάθεια ανάπτυξης του αγροτουριμού στην περιοχή μέσω της ανέγερσης ξενώνων και bungalows, αλλά και της διαφήμισης της φυσικής ομορφιάς και των δυνατοτήτων του χωριού σε πολλά επίπεδα.

Ο τουρισμός πάντως αποτελεί παράγοντα της τοπικής οικονομίας, ιδιαίτερα κατά τους καλοκαιρινούς μήνες κυρίως λόγω της πιο δροσερής θερινής περιόδου στην περιοχή σε σύγκριση με την Σπάρτη ή την Αθήνα.

Πολιτική
Το Γεωργίτσι ως μέρος της Λακωνίας και γενικά της Πελοποννήσου αποτελούσε και αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα προπύργια της συντηρητικής παράταξης, ενώ ήταν από τα μέρη της ελλάδας που ψήφισαν υπέρ της βασιλευομένης δημοκρατίας με μεγάλη πλειοψηφία κατά το δημοψήφισμα του 1974. Στις εκλογικές αναμετρήσεις του 2004, και του 2007 το συντηρητικό κόμμα Νέα Δημοκρατία έλαβε ποσοστό άνω του 50% των ψήφων.

Τουρισμός
Το Γεωργίτσι δεν είναι ιδιαίτερα ανεπτυγμένο τουριστικά, διαθέτει όμως ένα ξενοδοχείο με 9 δωμάτια/διαμερίσματα και έναν ξενώνα όπου ενοικιάζονται μερικά μικρά διαμερίσματα. Επίσης έχει ταβέρνες όπου κάποιος μπορεί να απολαύσει φαγητό και καφέ όλες τις ώρες της ημέρας κάτω από έναν αιωνόβιο πλάτανο.

Σχέσεις με τον Απόδημο Ελληνισμό
Μεγάλο μέρος του πληθυσμού του χωριού μετανάστευσε το στο πρώτο ήμισυ του 20ου αιώνα σε Καναδά, Αυστραλία, Αφρική και στις ΗΠΑ, και συγκεκριμένα στις Ανατολικές ΗΠΑ, σε μεγαλουπόλεις όπως η Νέα Υόρκη και το Ρίτσμοντ αλλά και στη Βόρεια Καρολίνα, εξαιτίας της οικονομικής δυσπραγίας που προκάλεσαν οι διαδοχικοί πόλεμοι και η ταραγμένη πολιτική κατάσταση των αρχών του 20ου αιώνα. Σήμερα, ένα σημαντικό ποσοστό των Ελλήνων ή των Ελληνοαμερικανών της Νέας Υόρκης σε περιοχές του Κουήνς, όπως η Αστόρια, έχουν καταγωγή από το Γεωργίτσι και είναι μετανάστες 1ης, 2ης αλλά και 3ης γενεάς.

Αρχαιολογικό Μουσείο Μυστρά

Culture Museum of MystrasTο Μουσείο του Αρχαιολογικού χώρου του Μυστρά στεγάζεται στο διώροφο κτήριο της δυτικής πτέρυγας της βόρειας αυλής της Μητρόπολης (ναός Αγ. Δημητρίου Μυστρά).
Το πρώτο άτυπο μουσείο στην ανατολική πτέρυγα του μητροπολιτικού συγκροτήματος ιδρύθηκε από τον Γάλλο βυζαντινολόγο Gabriel Millet στα τέλη του 19ου αιώνα. Εκεί τοποθετήθηκαν γλυπτά αρχιτεκτονικά μέλη από τους ναούς του Μυστρά, ενώ στις αρχές του 20ου αιώνα η συλλογή εμπλουτίστηκε, με τη συμβολή του μητροπολίτη Σπάρτης Θεόκλητου Μινόπουλου.
Το Μουσείο του Μυστρά ιδρύθηκε επίσημα το 1952, όταν επιμελητής αρχαιοτήτων ήταν ο Νικόλαος Δρανδάκης, οπότε η συλλογή μεταφέρθηκε στη δυτική πτέρυγα του μητροπολιτικού συγκροτήματος. Στην αίθουσα του ορόφου παρουσιάζονταν αντικείμενα μικροτεχνίας, προερχόμενα, στην πλειονότητά τους, από ανασκαφές στο χώρο, καθώς και φορητές εικόνες, ενώ στο ισόγειο η παλαιότερη έκθεση των γλυπτών εμπλουτίστηκε με τη μεταφορά αντικειμένων βυζαντινής εποχής, που μέχρι τότε βρίσκονταν στο Μουσείο της Σπάρτης. Τότε η έκθεση επεκτάθηκε και στον ημιυπαίθριο και στους αύλειους χώρους του μητροπολιτικού συγκροτήματος, συνεχίζοντας μία τάση που είχαν ήδη υιοθετήσει προσωπικότητες, όπως ο μητροπολίτης Ανανίας Λαμπάρδης, που φρόντισαν, ως λάτρεις της τέχνης του παρελθόντος, κατά την ανέγερση του μητροπολιτικού συγκροτήματος, να διακοσμήσουν τις όψεις του με γλυπτά, αναδεικνύοντάς τα παράλληλα.
Στα χρόνια που μεσολάβησαν από τότε, η συλλογή του Μουσείου εμπλουτίστηκε σημαντικά. Στις συλλογές του Μουσείου περιλαμβάνονται: Γλυπτά ΄Εργα μικροτεχνίας ,Κεραμικά Νομίσματα, Σπαράγματα τοιχογραφιών, Εικόνες, Υφάσματα και οργανικές ύλες.
Κατά το έτος 2001 η μόνιμη έκθεση αναδιοργανώθηκε, με νέα θεματική, μουσειολογική και μουσειογραφική προσέγγιση.
Η επανέκθεση, με τίτλο ”Βυζάντιο και Δύση: η εμπειρία του υστεροβυζαντινού αστικού κέντρου του Μυστρά”, εστιάζει στις σχέσεις και επαφές του βυζαντινού κράτους με τη Δύση, σχέσεις που γίνονται αφορμή εκατέρωθεν επιδράσεων και διαμορφώνουν την ιδιαίτερη φυσιογνωμία της πολιτικής και κοινωνικής πραγματικότητας, της πνευματικής ζωής και της τέχνης της εποχής των Παλαιολόγων. Ο Μυστράς, ακμαίο υστεροβυζαντινό αστικό κέντρο, αποτελεί εξαιρετικό πεδίο για την ανίχνευση της προσέγγισης Βυζαντίου και μεσαιωνικής Δύσης λίγο πριν την Αναγέννηση.
Η έκθεση οργανώνεται σε τρεις θεματικούς άξονες:
πολιτική ιδεολογία και καλλιτεχνική δημιουργία
προσέγγιση Βυζαντίου και Δύσης σε θέματα καθημερινής διαβίωσης, όπως η αμφίεση
επιδράσεις της δυτικής τέχνης στην καλλιτεχνική δημιουργία.

Πληροφορίες
Ώρες Λειτουργίας: 8:00 – 15:00 (Χειμερινό)
Εισητήριο: Κανονικό 5€, Μειωμένο 3€ (Ενιαία Είσοδος με Αρχαιολογικό Χώρο Μυστρά)
Μυστράς
Τηλέφωνο: +30 27310 83377
Κλειστό
1η Ιανουαρίου, 25 Μαρτίου, Μ. Παρασκευή (μέχρι 12.00΄), Κυριακή του Πάσχα, 1η Μαΐου, 15 Αυγούστου, 25-26 Δεκεμβρίου

www.exploresparta.gr/tourism/archaiologioko-mousio-mystra

Παυλοπέτρι

PavlopetriΤο Παυλοπέτρι είναι μικρή νησίδα απέναντι από την Ελαφόνησο, στη Λακωνία.

Στην ευρύτερη περιοχή υπάρχουν αρχαιολογικά ευρήματα που μαρτυρούν την κατοίκηση της περιοχής από αρχαιότατους χρόνους. Μεταξύ της νησίδας και της ξηράς βρίσκεται αρχαία πόλη, βυθισμένη ελάχιστα μέτρα κάτω από την επιφάνεια, με ηλικία περίπου 5 χιλιετηρίδων. Πρόκειται για μοναδική στο είδος της πόλη αφού έχει συγκεκριμένο σχέδιο με δρόμους, κτίρια και νεκροταφείο. Ανακαλύφθηκε το 1967 από τον Νίκολας Φλέμινγκ (Nicholas Flemming) και χαρτογραφήθηκε το 1968 από ομάδα του πανεπιστημίου του Κέμπριτζ. Υπάρχουν τουλάχιστον 15 κτίρια σε βάθος 3 με 4 μέτρων και οι πρόσφατες έρευνες του 2009 αποκάλυψαν ότι εκτείνεται σε 9 στρέμματα. Αρχικά υπήρχε η εκτίμηση ότι η πόλη κτίστηκε περί το 1600-1100 π.Χ. αλλά αργότερα οι έρευνες αποκάλυψαν μέσω των ευρημάτων ότι η πόλη κατοικείται πριν από το 2800π.Χ., στην αρχή της εποχής του χαλκού. Πιθανολογείται ότι η πόλη βυθίστηκε το 1000 π.Χ.

Το γεγονός ότι η πόλη βυθίστηκε βοήθησε να διατηρηθούν τα σημερινά ευρήματα εφόσον δεν χτίστηκε ξανά ή μετά την καταστροφή η περιοχή χρησιμοποιήθηκε για γεωργία. Παρά το γεγονός της φυσικής καταστροφής από το νερό με την πάροδο των αιώνων, η διάταξη της πόλης είναι όπως ήταν πριν από χιλιάδες χρόνια.

Η έρευνα του 2009 βοήθησε σε μεγάλο βαθμό για να χαρτογραφήσει την πόλη. Είναι η πρώτη βυθισμένη πόλη που επαναδημιουργήθηκε ψηφιακά σε τρεις διαστάσεις. Η χαρτογράφηση Σόναρ με τεχνικές που αναπτύχθηκαν για στρατιωτικούς σκοπούς αλλά και για την εύρεση πετρελαϊκών κοιτασμάτων βοήθησε τις πρόσφατες έρευνες.

Από τον Οκτώβριο του 2009 και μετά, τέσσερις ακόμα επιτόπιες έρευνες είχαν προγραμματιστεί, σε συνεργασία ελληνικών υπηρεσιών αλλά και διεθνών πανεπιστήμιων και επιστημόνων. Αυτές οι έρευνες περιλάμβαναν και ανασκαφές. Ένα από τα αποτελέσματα των ερευνών ήταν να αποδείξει ότι η πόλη ήταν το κέντρο μιας ακμάζουσας βιομηχανίας κλωστοϋφαντουργίας. Επίσης, στην περιοχή βρέθηκαν πολλά μεγάλα πιθάρια από την Κρήτη, γεγονός που προδίδει πως η πόλη ήταν και μεγάλο εμπορικό λιμάνι.

Το έργο της αρχαιολογικής ομάδας συγκεντρώθηκε σε ένα ντοκιμαντέρ που μεταδόθηκε από το BBC 2 το 2011. (video)

Από άλλους θεωρείται ότι το Παυλοπέτρι ποντίσθηκε το 375 μ.Χ. από τον ίδιο σεισμό που κατέστρεψε και το Γύθειο. Θεωρείται ότι το παραθαλάσσιο έδαφος σε μεγάλη έκταση μετακινήθηκε και έτσι έγινε αποκοπή της τότε χερσονήσου στην οποία βρισκόταν η Όνου Γνάθος και έτσι δημιουργήθηκε το σημερινό νησί της Ελαφόνησου.

Γερολιμένας

gerolimenasΟ Γερολιμένας είναι παραθαλάσσιος οικισμός του δήμου Ανατολικής Μάνης του νομού Λακωνίας. Σύμφωνα με τα στοιχεία της απογραφής του 2011 ο πληθυσμός του ανέρχεται στους 43 μόνιμους κατοίκους.

Ονομασία
Η ονομασία του οικισμού πιθανότατα οφείλεται στην θεώρησή του ως ιερού λιμανιού. Αναφέρεται ως επίνειο των αρχαίων λακωνικών πόλεων Μέσσα και Ιππόλα που βρίσκονταν στα ΒΔ του σημερινού οικισμού. Κατά το παρελθόν αναφερόταν στην τοπική διάλεκτο της Μάνης ως Λιμένας.

Γενικά στοιχεία
Ο Γερολιμένας είναι κτισμένος σε υψόμετρο 8 μέτρων, στο νότιο άκρο της Μάνης στο μυχό ενός ομώνυμου όρμου, του τρίτου επιμέρους βορειοδυτικά του ακρωτηρίου του Ταινάρου. Κοντά στον Γερολιμένα καταλήγει το υψίπεδο Εμπρός το οποίο εκτείνεται μέχρι τον Μέζαπο. Απέχει 49 χλμ από το Γύθειο και 95 χλμ από την πρωτεύουσα του νομού Λακωνίας, Σπάρτη. Εκκλησιαστικά υπάγεται στη μητρόπολη Μάνης ενώ ο κεντρικός ναός του χωριού είναι αφιερωμένος στον Άγιο Νικόλαο. Η οικονομία του Γερολιμένα βασίζεται κυρίως στον τουρισμό.

Ιστορικά στοιχεία
Επί τουρκοκρατίας ο Γερολιμένας ήταν ένα από τα ορμητήρια των Μανιατών πειρατών. Κατά την ύστερη τουρκοκρατία αξιοποιήθηκε από την οικογένεια των Μαντούβαλων ως τοπικό εμπορικό κέντρο. Μετά την απελευθέρωση και τη δημιουργία του σύγχρονου ελληνικού κράτους, πραγματοποιήθηκε περαιτέρω εμπορική αξιοποίηση του οικισμού. Δείγματα αυτής της ανάπτυξης του Γερολιμένα είναι η ύπαρξη νεοκλασικών κτιρίων που χρονολογούνται εκείνη την περίοδο.

Παράλληλα ο Γερολιμένας αποτελούσε σημαντικό αλιευτικό καταφύγιο με πολλές εγκαταστάσεις διάθεσης πάγου, καταστήματα διακίνησης αλιευμάτων καθώς και λιμάνι προσέγγισης σπογγαλιευτικών σκαφών. Ήταν ένα από τα τελευταία λιμάνια προσέγγισης των ελληνικών αλιευτικών που κατευθύνονταν προς τις ακτές της Αφρικής (προς "Μπαρμπαριά και Τούνεσι") και λιμένας επιλογής κατά την επιστροφή τους. Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1970 στον όρμο του Γερολιμένα προσέγγιζε το πλοίο της άγονης τότε ακτοπλοϊκής γραμμής Πειραιώς - Νότιας Πελοποννήσου-Κυθήρων.

Διοικητικά ο Γερολιμένας υπαγόταν μέχρι το 1997 στην επαρχία Οιτύλου ως έδρα της κοινότητας, ενώ στη συνέχεια υπήχθη στον καποδιστριακό δήμο Οιτύλου. Από το 2011 ανήκει στον καλλικρατικό δήμο Ανατολικής Μάνης.

Μουσείο της Νεότερης Σπάρτης

Museum of Modern SpartaTo "ΜΟΥΣΕΙΟ ΤΗΣ ΝΕΩΤΕΡΗΣ ΣΠΑΡΤΗΣ" βρίσκεται στην οδό Λυκούργου 82 & Χαμαρέτου, στην Σπάρτη και στεγάζεται στον 1ο όροφο νεοκλασικού κτιρίου που ανήκει στην Πνευματική Εστία Σπάρτης & τον Δήμο Σπάρτης.

Το Μουσείο οργανώθηκε και λειτουργεί από μέλη & φίλους της Πνευματικής Εστίας Σπάρτης, που ψυχή της είναι ο Πρόεδρος της Κος Νίκος Γεωργιάδης.

Το νεοκλασικό αυτό κτίριο που συνίσταται από υπόγειο όροφο, ισόγειο, 1ο όροφο και μια ωραία αυλή, αγοράστηκε από την Πνευματική Εστία Σπάρτης με τη βοήθεια και του Δήμου Σπάρτης.

Επισκευάστηκε και μετασκευάστηκε από κατοικία, που ήταν, σε ένα μικρό Πολιτιστικό Κέντρο, με αίθουσα διαλέξεων στο ισόγειο, χώρο εκθέσεων στο υπόγειο (ο χώρος αυτός λειτουργεί και συμπληρωματικά και ως χώρος διαλέξεων με κατάλληλη οπτικοακουστική σύνδεση με το ισόγειο) ενώ στον 1ο όροφο στεγάζεται το "ΜΟΥΣΕΙΟ ΤΗΣ ΝΕΩΤΕΡΗΣ ΣΠΑΡΤΗΣ". Για υπαίθριες εκδηλώσεις - ομιλίες, εκθέσεις κλπ - χρησιμοποιείται και ο αύλειος χώρος.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι δαπάνες επισκευής & μετασκευής καλύφθηκε εξ ολοκλήρου από δωρεές και χορηγίες μελών & φίλων της Πνευματικής Εστίας Σπάρτης, ενώ η λειτουργία του (Κυριακή 11,00 - 13,00, την χειμερινή περίοδο) γίνεται από εθελοντές.

Στην έκθεση μπορεί κανείς να δει στοιχεία για την ιστορική εξέλιξη του Δήμου Σπάρτης, σχέδια και πληροφορίες για τα κύρια Δημόσια κτίρια της πόλης, πληροφορίες και εικόνες για τα Σχολεία, τους Ναούς, τον Αθλητισμό, τα κτίρια Πολιτισμού. Επίσης υπάρχουν έπιπλα από οικίες, τοπικά ενδύματα και άλλα εκθέματα με τα οποία ο επισκέπτης μπορεί να διαμορφώσει μια πλήρη εικόνα της ιστορίας της Νεώτερης Σπάρτης. Τέλος στον προθάλαμο υπάρχουν φωτογραφίες και πληροφορίες από μία σειρά πόλεων που φέρουν το όνομα της Σπάρτης.

πηγή: http://spartaarchitecture.blogspot.gr

Κάστρο Αγίας Παρασκευής / Νεάπολη

kastro vatikaΤο κάστρο της Αγίας Παρασκευής, στο Δημοτικό Διαμέρισμα Μεσοχωριού είναι κτισμένο στην κορυφή βραχώδους υψώματος στον Κάμπο Βοιών, «στα μέρη των Βατίκων», όπως αναφέρει το χρονικό του Μορέως. Βρίσκεται κοντά στα χωριά Μεσοχώρι και Φαρακλό, ενώ απέχει από την Νεάπολη 1850μ. Το σημείο ελέγχει στρατηγικά το Λακωνικό κόλπο και την ευρύτερη χερσαία περιοχή.

Η κατασκευή του κάστρου σύμφωνα με την κεραμική και τα κατασκευαστικά-μορφολογικά του στοιχεία μπορεί να τοποθετηθεί στον 7ο – 9ο αιώνα. Ασφαλέστερα συμπεράσματα για τη χρονολόγηση του θα προκύψουν μετά τον καθαρισμό του χώρου και τη διενέργεια ανασκαφικών τομών.

Οι πρώτες απεικονίσεις του κάστρου σε τυπωμένο χάρτη παρουσιάζονται το 1845 στο isolario του Bartolomeo με τα νησιά του Αρχιπελάγους μεταξύ των οποίων και η χερσόνησος του Μαλέα και το 1552 – 1554 στο χειρόγραφο χάρτη του Τούρκου Ναύαρχου Piri Rei

Πρόκειται για μικρό οχυρό στις γωνίες του οποίου αναπτύσσονται ορθογώνιοι διώροφοι πύργοι. Στο εσωτερικό τους οι πλευρικοί τοίχοι διαρθρώνονται σε τυφλά αψιδώματα που στηρίζονταν σε τετράγωνους πεσσούς. Ιδιαίτερα μορφολογικά γνωρίσματα αποτελούν οι ημικυκλικής διατομής πολεμίστρες, που μαρτυρούν τον αμυντικό χαρακτήρα του συγκροτήματος.

Με πρωτοβουλία των τοπικών αρχών, συλλόγων και κατοίκων της περιοχής, έγινε μεγάλη προσπάθεια για την αναστήλωσή του η οποία ξεκίνησε το 2012, καθιστώντας το πλέον επισκέψιμο, με εύκολη πρόσβαση και χωρίς πρόβλημα στάθμευσης.

Το έργο «Εκθεση του Αρχαιολογικού Μουσείου Νεάπολης Βοιών» και το έργο «Συντήρηση και αποκατάσταση κάστρου Βατίκων, Δήμου Μονεμβασίας, Περιφερειακής Ενότητας Λακωνίας» υλοποιήθηκαν, αντιστοίχως, από την Εφορεία Αρχαιοτήτων Λακωνίας και τη Διεύθυνση Αναστήλωσης Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Μνημείων του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού, στο πλαίσιο του Επιχειρησιακού Προγράμματος «Δυτικής Ελλάδας - Πελοποννήσου - Ιονίων Νήσων 2007-2013» του ΕΣΠΑ 2007-2013.

Το κάστρο της Αγίας Παρασκευής είναι πλέον επισκέψιμο.

πηγή: Κάστρα της Ελλάδας

 

greenpeace mesogeios wwf   unicef  
giatroi kosmoy msf      hamogelo